Το να «μην κάνεις τίποτα» ως πράξη αυτοφροντίδας

Γιατί η παύση δεν είναι αδυναμία, αλλά ανάγκη

Στις μέρες μας υπάρχει μια συνεχής τάση για παραγωγικότητα.
Η αξία του ανθρώπου μοιάζει συχνά να συνδέεται με το πόσα κάνει, πόσο γρήγορα ανταποκρίνεται, πόσο «προλαβαίνει». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η παύση – το να μην κάνεις τίποτα – μπορεί να βιώνεται ως απειλή, αδυναμία ή “σπατάλη χρόνου”.

Κι όμως, η ικανότητα να σταματάς, να ησυχάζεις, να μην κάνεις, είναι μία από τις πιο βασικές μορφές αυτορρύθμισης και αυτοφροντίδας.


Δεν κάνω «τίποτα» – αλλά ο εγκέφαλος δουλεύει

Το να μην κάνω τίποτα δεν σημαίνει αδράνεια ή αδιαφορία.
Αντίθετα, είναι μια συνειδητή παύση από τη συνεχή εξωτερική διέγερση. Κατά την περίοδο αυτή, ενεργοποιείται ένα νευρωνικό δίκτυο που ονομάζεται Default Mode Network (DMN). Είναι υπεύθυνο για:

  • την επεξεργασία εμπειριών
  • την αυτοπαρατήρηση
  • την ανασκόπηση της ημέρας
  • τη δημιουργικότητα και την ενδοσκόπηση

Με άλλα λόγια, όταν δεν κάνουμε τίποτα, το σύστημά μας βρίσκει χώρο να επεξεργαστεί όσα έχουν ήδη συμβεί.


Γιατί μας δυσκολεύει τόσο πολύ η παύση;
Η κουλτούρα του «κάνε περισσότερα» μας εκπαιδεύει να πιστεύουμε ότι η αξία μας μετριέται μέσα από το πόσα προσφέρουμε, αποδίδουμε, ανταποκρινόμαστε.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η παύση μπορεί να μοιάζει επικίνδυνη ή απειλητική. Για πολλούς, συνδέεται με:
• ενοχή
• αίσθηση ανεπάρκειας
• φόβο ότι «θα μείνω πίσω»
• δυσκολία στη ρύθμιση χωρίς εξωτερική δράση

Όμως η συνεχής ενεργοποίηση εξαντλεί το νευρικό σύστημα. Μακροπρόθεσμα, οδηγεί σε κόπωση, αποσύνδεση και συχνά εκδηλώνεται με ψυχοσωματικά συμπτώματα.

Η παύση δεν είναι αδράνεια. Είναι φροντίδα. Είναι επανασύνδεση.


Η παύση ως φροντίδα

Η παύση δεν είναι πολυτέλεια. Είναι χώρος ύπαρξης.

Μέσα από το να μη χρειάζεται να απαντήσω, να ελέγξω ή να σχεδιάσω, μπορώ να επιτρέψω στον εαυτό μου να ξεκουραστεί και να ρυθμιστεί.
Αυτό είναι ένα ουσιαστικό κομμάτι της ψυχικής φροντίδας:

Δεν χρειάζεται πάντα να κάνω. Αρκεί να υπάρχω.


Στην ψυχοθεραπεία

Η δυσκολία στο «να μην κάνω» συχνά συνδέεται με βαθύτερες εμπειρίες:

  • Πότε μάθαμε ότι δεν ήταν ασφαλές να ξεκουραζόμαστε;
  • Ποιοι μας εκτιμούσαν μόνο όταν ήμασταν «χρήσιμοι»;
  • Πώς σχετίζεται η ακινησία με την εσωτερική μας ανησυχία;

Η θεραπεία προσφέρει ένα πλαίσιο όπου αυτά τα ερωτήματα μπορούν να διερευνηθούν με ασφάλεια, χωρίς πίεση για απαντήσεις.